Παρασκευή, 10 Ιουνίου 2016

ΙΟΥΝΙΟΣ

 ΙΟΥΝΙΟΣ ή ΙΟΥΝΗΣ














     

    Ονομασίες του μήνα Ιούνη

    Ετυμολογία Ιούνιος απ' τη λατινική Junius: Juno= Ήρα: Ηραίος• προς τιμήν της Ήρας. Αττικός μήνας: ΣΚΙΡΟΦΟΡΙΩΝ (18 Ιουνίου - 16 Ιουλίου).  Ο μήνας ονομάζεται έτσι από τα Σκιροφόρια. Λέγεται και Θεριστής, Ορνιαστής, Ερηνιαστής.
    Τον Ιούνιο ξεκινούν οι μεγάλες δουλειές των γεωργών, θέρος, τρύγος, πόλεμος!

    Γιορτές το μήνα Ιούνιο και έθιμα

    Η γιορτή του Αι-Γιάννη τού Φανιστή, του Απορνιαστή, του Ριγανά και του Κλήδονα είναι η πιο σπουδαία κατά τον Ιούνιο. Γενέθλιο Ιωάννου του Προδρόμου στις  24 Ιουνίου. Το γενέθλιο συμπίπτει με τις θερινές τροπές του ηλίου. Την ημέρα αυτή «τ' Αϊ-Γιαννιού του Λιοτροπιού (Κύθνος) ή Λιτροπίου (Κύμη) ή Αλιτροπιού (Λέσβος)...», τραγουδούν «Ο Ήλιος τρέμει γυρίζει σαν τροχός, είναι θαμπερός».
    Πολλοί ακολουθώντας το πανάρχαιο έθιμο ανάβουν φωτιές στους δρόμους και πηδάνε πάνω απ' αυτές λέγοντας: «Αφήνω το κακό, πάω στο καλλίτερο». Οι αρχαίοι γύρω από τις καθαρτήριες πυρές που άναβαν στο Άστυ την ίδια μέρα των τροπών του Ηλίου έλεγαν: «Έφυγον κακόν, εύρον άμεινον».

    Σκιροφόρια, έθιμο αρχαίων το μήνα Ιούνιο

    Οι Αθηναίοι, εκτός από τις πυρές, στις 12 Σκιροφοριώνος γιόρταζαν το θερινό ηλιοτρόπιο. Τότε ο ιερεύς του Ηλίου με την ιέρεια της Αθηνάς και του Ποσειδώνα πήγαιναν στην Αγορά, κρατώντας πολύχρωμες ομπρέλες (σκίρα) κι από κει τα Σκιροφόρια. Ο ιερέας του Ήλιου <απόγονος του Ερεχθέως> φορούσε μίτρα απαστράπτουσα, κρατούσε Ηλιοτρόπιο και χρυσή ακτινωτή μάσκα υποδυόμενος τον θεό Ήλιο.

    Κλήδονας έθιμο το μήνα Ιούνιο

     Κλήδονας τ' Αϊ-Γιαννιού. Η προετοιμασία του Κλήδονα γίνεται την παραμονή της γιορτής ως εξής: «Ένα αγόρι ή ένα κορίτσι τυχερό, που έχει δηλ. εν ζωή τους γονείς του, φέρνει από τη βρύση (ή από το πηγάδι) αμίλητο (ή βουβό ή αρπαχτικό) νερό»• και το αδειάζει σε ένα μικρό κιούπι. Τα άλλα παιδιά, νέοι και νέες που έχουν μαζευτεί, ρίχνουν στο αγγείο το ριζακάρι τους: ένα δαχτυλίδι, ένα σκουλαρίκι κ.λπ. Κατόπιν σκεπάζουν το κιούπι με ένα κόκκινο πανί, το κλειδώνουν με κλειδαριά και «το εκθέτουν τη νύχτα, για να... αστρονομιστεί.» Το άνοιγμα του κλήδονα γίνεται το πρωί «Βγαίνοντας ο Ήλιος».

    Έθιμα το μήνα Ιούνιο

    Στο Λιδωρίκι μπαίνονας ο Iούνης, η ζέστη και η λάβρα, όπως τη λέγανε άρχιζε ν' ανεβαίνει σιγά σιγά, ενώ τα ανέμελα τζιτζίκια έστηναν τρελλό πανηγύρι προδιαγράφοντας κι αυτά «καυτερές μέρες».
    Θεριστής ονομαζόταν ο Iούνης γιατί αυτόν το μήνα ξεκινούσε στο χωριό ο Θέρος και κράταγε όλο το χωριό στο πόδι μέρα - νύχτα.
    Tο χωριό κατά βάση φτωχό είχε πρώτο μέλημα να εξασφαλιστεί το «σόδιμα», για να μπει στ' αμπάρι να θρέψει τη φαμελιά. Δεν υπήρχε πεζούλα ή άκρη που να μην σπείρουν οι χωριανοί.
    "Mια χρονιά προς το τραγδάκι μεριά και την άλλη προς την αντίθετη (Περιβολά - Φτελιά). Kι έβλεπες το μήνα Iούνιο μια απέραντη θάλασσα από στάχυα να «υπακούουν» στους αθόρυβους κυματισμούς, καθώς το αεράκι χάιδευε τα μεστωμένα στάχυα.
    Ήταν η ικανοποίηση για τον γεωργό πως η σοδιά του που σπάρθηκε μαζί με τον ιδρώτα του δεν πήγε χαμένη κι έτσι θα βγει κι αυτή η δύσκολη χρονιά. Eτοιμασίες λοιπόν, και πρώτα πρώτα τα δεμάτια. Aυτά ήταν μακρυά στάχυα από σίκαλι που τα έπλεκαν για να δέσουν τα δεμάτια και τα έβαζαν αποβραδίς στα «κουρίτια», στις λιγοστές βρύσες που υπήρχαν για να «ρουπώσουν», να γίνουν πιο ευλύγιστα και ανθεκτικά. Mε την αυγούλα, σύθαμπα και πριν σκάσει ο ήλιος, άρχιζε ο θέρος. Aφού τακτοποιούσαν οι μανάδες τα μωρά τους, είτε στο σαμάρι του ζώου είτε σε κάποια αυτοσχέδια κούνια στον ίσκιο κάποιου δέντρου, φόραγαν στα χέρια χοντρές κάλτσες για να προφυλαχθούν από τα τριβόλια και φορώντας στο κεφάλι τις άσπρες μαντήλες (βαμπακέλες) να μην τις ντραλίζει ο ήλιος, άρπαζαν τα δραπάνια και ξεκινούσαν. Tο λιτό φαγητό (πατάτες βραστές - αμπελοφάσουλα - τυράκι) ήταν κρεμασμένο με το τράστο στην πουρνάρα για την ώρα που θα σταματούσαν να πάρουν μια μπουκιά και να ξεκουρασθούν. Tα χειρόβολα κατάχαμα απλωμένα, μαζεύονταν κυρίως απ' τους άνδρες και δένονταν δεμάτια για να μεταφερθούν με τα ήσυχα γαϊδουράκια στο θημονοστάσι ή στ' αλώνι για αλώνισμα.
    Mα σαν έφτανε τ'απομεσήμερο κι ο ήλιος έκαιγε άφηναν τα δραπάνια για μια ανάσα στον ίσκιο, για μια μπουκιά ψωμί και μια γουλιά νερό απ' το παγούρι και οι μανάδες να βυζάξουν τα μωρά τους.
    Tώρα όλα τα χωράφια που έθρεψαν γενιές και γενιές έμειναν χέρσα και έγιναν αγνώριστα μπαΐρια."
     (κείμενα από http://www.paidika.gr/)